Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

Queen Bitch (A fairytale about Vivienne Westwood)

Χρειάστηκε μακροχρόνια προσπάθεια για να καταλάβω ότι η μόδα δεν είναι απλώς το απωθημένο του style attitude.Σκεπάστηκα με σελίδες περιοδικών μόδας, λευκωμάτων, τυλίχτηκα με πανάκριβα υφάσματα, ονειρεύτηκα τα παιχνίδια της μόδας που μας μεταμορφώνουν και συνάντησα στα διεστραμμένα μονοπάτια της φαντασίας μου τους κοσμοπολίτες του world of fashion.Κυρίες μου, υποδεχτείτε την Vivienne Westwood!
Το ραντεβού μας είναι στον Άγιο Διονύσιο της Σκουφά. Υποσχέθηκα στην Αγγλίδα φίλη μου ξενάγηση στο λαβύρινθο του shopping της πόλης και coffee break ενώ εκείνη θα μου εξιστορούσε το παραμύθι της ζωής της, ένα παραμύθι αυστηρά για ενήλικες.. Περιμένοντας μου μυρίζουν αρώματα κεριών..lemon, ylang ylang, fruits, jasmine, peach, frangiapani.Ξαφνικά φως. Μια κρεμαστή κέρινη σκάλα ξεκινάει από τα σύννεφα. Οσμές και χρώματα σε ένα εκτυφλωτικό ντελίριο ψυχεδέλιας. Η σοκαριστική συνειδητοποίηση αυτής της αλλοπρόσαλλης πραγματικότητας σε συνδυασμό με την εικόνα ενός ξωτικού με οξυζεναρισμένο μαλλί να χορεύει πάνω στα σκαλοπάτια της φλεγόμενης σκάλας με ζαλίζει. Ανοιγοκλείνω τα χείλη μου, δεν θυμάμαι ποια ήταν τα πρώτα μου λόγια,μα θυμάμαι την Vivienne Westwood μέσα από γέλια να με τραβά από το χέρι και να λέει « Αργείς, μια θορυβώδης πόλη απλώνεται μπροστά μας και μας περιμένει darling!»
Shopping με την σχεδιάστρια που γέννησε εκκεντρική haute couture, επινόησε αφύσικο prêt a porte και άγγιξε με ραβδί της το street fashion μετατρέποντάς το σε ραπτική για σαλόνια. Μια γυναίκα που με κάνει να ακούω μουσικές των Sonic Youth όποτε βλέπω ρούχα της και ένας ζεστός γαλλικός καφές, ο απόλυτα σκέτος, επιβάλλεται. Ο γωνιακός καναπές του Gingeralle της Πλ.Εξαρχείων, με αυθεντική vintage διακόσμηση και lounge μουσικές της ταιριάζει απόλυτα όταν μου ψιθυρίζει στο αφτί ότι το 95% της ζωής της το ξόδεψε κάνοντας διοργανώσεις και συνεντεύξεις και μόνο το 5% για να σχεδιάζει ρούχα, ενώ εγώ σκέφτομαι ότι η μορφή της είναι ένας συνδυασμός της Πριγκίπισσας Πανέμορφης με την Αρχιδούκισσα Λίλα Βανίλια από τον Οδηγό Για Μαθητευόμενες Πριγκίπισσες της Ιρέν Κολάς και της Φρανσουάζ Φράνκ.
Η ζωή της θα μπορούσε σύντομα και συνοπτικά να χωριστεί σε κινηματογραφικά καρέ και να γεμίσει σελίδες βιβλίων, βιογραφιών, αφιερωμάτων και περιοδικών μόδας. Μιλάει γρήγορα, σχεδόν νευρικά, και περνάει από το μυαλό μου ότι η εξιστόρηση του πρώτου μέρους της ζωής της θα μπορούσε να έχει τίτλο «Η ερασιτέχνης σχεδιάστρια», (1941-1965). Γεννήθηκε στις 8 Απριλίου 1941, ένα παιδί που ανυπομονούσε να μεγαλώσει, για να δηλώσει το 1995 «Ως παιδί , το μόνο που έκανα ήταν να περιμένω…», ένα παιδί που περίμενε για να έρθει λίγα χρόνια μετά η ώρα να της στρώσουν δάφνες στο χώρο της μόδας και του στυλ. Πήγαινε στ5ο σχολείο σαν κανονική γυναίκα. Μεγάλωσε έχοντας ως είδωλα τις αριστοκρατικές προσωπικότητες των γυαλιστερών περιοδικών όπως η Vogue, το Harper’s Bazaar και το Vanity Fair. Η Barbara Goalen, η Fiona Cambell Walter (αργότερα βαρόνη Von Thyssen), η Bronwen Pugh (αργότερα Lady Astor), οι χολιγουντιανές star όπως η Lana Turner, Merilyn Monroe, Jane Russel, Elizabeth Taylor, Grace Kelly kai Audrey Hepburn ήταν κάποιες από αυτές, τις οποίες θα τις συναντήσουμε αργότερα να αναβιώνουν μέσα από τα ρούχα της Vivienne.
Μετά από έναν κυκεώνα οικογενειακών αναταραχών η Vivienne θα γνωρίσει το Malcolm McLaren, ο οποίος θα μπορούσε να αποτελεί το πλέον σημαντικό πρόσωπο της ζωής της (1965-1971). Ένας άντρας, ένας ιδιόμορφος καλλιτέχνης,performer,μουσικός, στυλίστας, ζωγράφος, που την μεταμόρφωσε στην πολύχρωμη πεταλούδα που είναι μέχρι σήμερα. «Ήμουν το κέρμα και ο McLaren μου έδειξε την άλλη πλευρά.», είχε πει χαρακτηριστικά. Η σεξουαλική τους ζωή έντονη, είναι το επίκεντρο της σχέσης τους, ενώ κατά την διάρκεια αυτών των χρόνων αποκτούν και τα δύο τους παιδιά, χωρίζουν, η Vivienne μετακομίζει στο Λονδίνο για να βουτήξει στον κόσμο της μόδας που δεν θα άφηνε ποτέ από τότε. Τον McLaren θα τον συναντήσει πολλές ακόμα φορές στην ζωή της και θα συνεχίσει να αποτελεί για αυτήν μία ιδέα. Όσο για τα sixties η Vivienne μπορεί ποτέ να μην μαγεύτηκε από αυτά, των οποίων η μουσική, η πολιτική και τα ρούχα δεν ασκούσαν καμία επίδραση σε αυτήν, μα ήταν αναμφίβολα χρόνια μεταβατικά, πνιγμένα στα ναρκωτικά, τον ομοφυλοφιλικό έρωτα, τη διασκέδαση και τους οικογενειακούς χωρισμούς. Ενώ το retro chic και το vintage chic είναι η νέα μόδα στις σελίδες της Vogue και στις επιδείξεις του Yves Saint Lauren και ανθίζει σε Νέα Υόρκη, Παρίσι, Λονδίνο και άλλες μητροπόλεις , οι Vivienne και McLaren που αν και χωρισμένοι τυπικά, μαζί στη ζωή, υιοθετούν και προτείνουν ένα πιο macho στυλ, unisex, ιδιαίτερο και πρωτοποριακό hippie. Τα ρούχα της είναι προάγγελοι της διαχρονικής Pop Art, έχουν το άρωμα τουglitter glam rock, είναι φθαρμένα, έχουν χρώμα, είναι μοναδικά.
Στις χρονιές ανάμεσα στο 1971-1975 η μπουτίκ τους ταυτόσημη με την rock,τα hippies έχουν πεθάνει, το πρώτο τυπωμένο μπλουζάκι κυκλοφορεί με φράσεις όλο υπονοούμενα, υλικά μπερδεύονται, το cult γίνεται chic, όλα τα ρούχα τους κρύβουν επιθυμίες και οσμές. Αλλαγές πολλές στην πορεία της μπουτίκ-εταιρείας, μα η ουσία μία ,η Vivienne ντύνει ανθρώπους του star system και αποθεώνει οτιδήποτε δερμάτινο και λαμέ. Η δουλειά της είναι τα πάντα, δεν κάνει φιλίες με γυναίκες, τις αντιμετωπίζει μόνο ως κούκλες που τις ντύνει ή υποψήφιες ερωμένες. Οι φεμινίστριες την λατρεύουν, τί ειρωνεία. Είναι η εποχή που όλα φωνάζουν punk! Λουριά, αλυσίδες, έντονο βάψιμο, στάμπες, φόρμες που παραπέμπουν στο sex, επιθετικό στυλ.
Οδεύοντας προς το casual έως το 1978 η Vivienne και ο McLaren δεν έκαναν μόδα το punk,είναι οι ίδιοι punk, είναι μέσα στο παιχνίδι της μουσικής παραγωγής(λόγω McLaren), κινούνται στον κύκλο των μουσικών, είναι asexual πια, γυναίκες και άνδρες έχουν το ίδιο στυλ, ιδεολογία, πολιτικές και μη πεποιθήσεις. Το punk είναι casual, το punk είναι το στυλ της Vivienne Westwood, και η μπουτίκ της με την επωνυμία SEX
ότι πιο καυτό και σχεδόν απόκοσμο το 1975. Τη χρονιά αυτή η ζωή για εκείνη είναι μια περιπέτεια και έτσι είναι και τα ρούχα της. Το 1975 την βρίσκει μόνη ξανά, ανενόχλητη από τα παιδιά της και τον McLaren, που ζει στο Παρίσι. Μέχρι το 1983 τα ρούχα της αλλάζουν, γίνονται πιο θεατρικά. Εμπνέεται από μάγισσες, μεσαίωνα, άλλους πολιτισμούς, χρησιμοποιεί χοντρό και βαρύ μαλλί, ζωγραφισμένα υφάσματα, πουά, ριγέ, σακάκια σε αντρική γραμμή, υπερμεγέθη Jackets, μάλλινες βερμούδες,περί8εργα παπούτσια.
Το 1983 δηλώνει ότι «Μπορεί να ήμουν ρέμπελη, μα δεν ήμουν ποτέ outsider.» και είναι η περίοδος που η Ιταλία μπήκε στην ζωή της, χωρίς την οποία έλεγε δεν θα ήταν τίποτα. Είναι τα χρόνια που η ζωή της μοιράζεται ανάμεσα σε Αγγλία και Ιταλία. Η συλλογή της μα τίτλο Hypnos, απεικονίζει απεικονίζει το μελλοντικό sportswear, βουτηγμένο στα νάιλον prints και το λευκό. Σεξουαλική απελευθέρωση, παγανισμός παλαιότερων πολιτισμών, ερωτικά μοτίβα, σατυρική διάθεση και η πι’ο hardcore Μέδουσα στη ιστορία της μόδας. Οι collections της διπλασιάζονται, οι τιμές εκτοξεύονται στα ύψη, η Anna Piaggi γίνεται φίλη της και ο Elio Fiorucci σχεδιάζει να αγοράσει την φίρμα της. Το 1984 η Vivienne θα συνεργαστεί μαζί του. Έτσι θα αρχίσει η συνεργασία της και με άλλους Ιταλούς σχεδιαστές, σε μία περίοδο που θα στιγματίσει το στυλ της έως ότου να γεννηθεί το νέο avant-garde της.
Στις αρχές του 1986 μετά από χρόνια επιτυχίας, λόγω αρνητικών συγκυριών, λίγα πράγματα την κρατούν στην Ιταλία. Χωρίς χρήματα και άντρα γυρνά στο Λονδίνο. Η Vivienne χαρακτηριστικά δηλώνει ότι στην Ιταλία παίρνουν φθηνά ρούχα και τα κάνουν να μοιάζουν ακριβά. Εκείνη φτιάχνει ακριβά ρούχα και τα κάνει να δείχνουν φθηνά! Οι Ιταλοί απλά δεν καταλαβαίνουν “τι προσπαθεί να κάνει”. Είναι έξυπνη και ταλαντούχα, τα εμπόδια την κάνουν πιο δυνατή. Είναι η στιγμή που θα χρησιμοποιήσει αυτό που ξέρει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο. Την πατρίδα της, τον πολιτισμό της, την κουλτούρα της χώρας της. Τα κολεγιακά παλτό, οι πέρλες, το μαύρο βελούδο, οι αγγλικές σημαίες, τα κόμικς, τα καρό, τα κοστούμια, το εκλεπτυσμένο νέο-punk, κάνουν τα ρούχα της για άλλη μία φορά υψηλή ραπτική, επιβεβαιώνοντας το κανόνα ότι όταν μια Αγγλίδα γυναίκα ξέρει να ντυθεί, είναι μια αληθινή Lady. Συμμετέχει στα Fashion Shows του BBC, θα κάνει το πρώτο της show χωρίς τον McLaren υπό τους ήχους του Tchaikovsky, Debussy, Ravel και της Lotte Lenya να τραγουδά Kurt Weill!
Τα Μουσεία Μόδας της παραχωρούν χώρους τους για να εκθέσει τα “έργα τέχνης” της, πριγκίπισσες, βασίλισσες, απλές γυναίκες, ηθοποιοί, φασιονιστας, φορούν τα ρούχα της. Το 1990 είναι πια κλασσική, το όνομά της αναγνωρίσιμο, ο Carlo D’Amario ο business manager του Οίκου Vivienne Westwood, οι δυο γιοι της και ένας άντρας ελληνικής καταγωγής κατά 22 χρόνια νεότερός της με το όνομα Ανδρέας στο πλευρό της. Τα ρούχα της έχουν ιδεολογία, είναι εκκεντρικά μα σοφιστικέ, τα παπούτσι πλατφόρμες μοιάζουν σχεδόν κομψά, τα θεατρικά της κοστούμια γίνονται Έργα Σύγχρονης Τέχνης και η δουλειά της αποθεώνεται από τους θεατρικούς κύκλους. Η Vivienne έχει ταλέντο, προσωπικότητα μα πάνω απ’όλα ξέρει να φτιάχνει καλοραμμένα ρούχα. Το όνομά της πλέον δεν γνωρίζει σύνορα, οι ιδέες της είναι αποτέλεσμα intellectual περιέργειας και όχι ελαφριάς σκέψης. Θέλει να μιλήσει και μιλάει μάσα από τα ρούχα της, οι άνθρωποι του Οίκου της και οι συνεργάτες της είναι πλέον οικογένειά της. Η Vivienne Westwood αποτελεί ένα μάθημα για τον οποιονδήποτε, από οποιοδήποτε μονοπάτι της ζωής και αν προέρχεται. Ανεξαρτήτως τάξης, προέλευσης και κοινωνικών διασυνδέσεων, αν κάποιος έχει την διάθεση και επιθυμία να πετύχει, μπορεί να το κάνει. Αυτή είναι η ιστορία της Vivienne. Έπιασε μια μέρα ένα κομμάτι ύφασμα, κατέβασε από το ντουλάπι την ραπτομηχανή και έφτιαξε ένα πουκάμισο. Αυτή είναι η αρχή του παραμυθιού που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Το τσάι μας έχει τελειώσει εδώ και ώρα, όπως και τα αλμυρά cocktail Margaritas που μας έκαιγαν τα χείλη. Νιώθω μεθυσμένος, το bar είναι άδειο πια. Μόνοι μας πλέον, ακούγοντας David Bowie, ανάμεσα σε ταπετσαρίες και βαρύ κόκκινο φωτισμό, διαπιστώνω ότι έχω απέναντί μου έναν μύθο, μια γυναίκα πρότυπο που έκανε τα μειονεκτήματά της όπλα και την δημιουργηκότητά της οδηγό. Έναν άνθρωπο που όταν ήταν παιδί ντυνόταν σαν γυναίκα και τώρα που είναι γυναίκα ντύνεται σαν παιδί.
Φορώντας ένα παλτό της από την συλλογή “Vive la Bagatelles” του 1997 φεύγω μόνος σιγοτραγουδώντας κάποιους στίχους, που μου ψιθύρισε για αντίο “..στο δέντρο της γνώσης είχα γράψει Αγάπη. Η απάντηση δεν είναι στην εμφάνιση, αλλά στα βιβλία, αν θέλεις να είσαι πραγματικά glamorous. ”